Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Τα τρία μιτζίτια που έκαψαν την Πόλη -1

Καλή Χρονιά σε όλους!

Και στο ξεκίνημα ποδαρικό θα μας κάνει ένα παραμύθι πολίτικο!

Μια φορά κι ένα καιρό, το λοιπόν, πέρα μακρυά, στην Πόλη, ζούσε ένας νέος. Μοναχογιός ήταν κι από πλούσια οικογένεια. Μοσχαναθρεμμένος. Στα πούπουλα τον είχαν οι γονιοί του. Με μέλι και με γάλα μεγάλωνε. Στα καλύτερα σχολειά τον έστειλαν να μάθει γράμματα, του θεού τα πράγματα, να γενεί χρήσιμος άνθρωπος σα μεγαλώσει. Και σαν μεγάλωσε τον έστειλαν και στην Ευρώπη, στα Λονδίνα και στα Παρίσια να μάθει όσα μπορούσε περισσότερα και να βοηθήσει τον τόπο του μια μέρα. Κι ήρθε μια μέρα και ο Θεός πήρε κοντά του τους γονιούς του νέου. Κι έμεινε εκείνος μόνος του με μια περιουσία αμύθητη! Κτήματα, μαγαζιά, μετρητά, μπαούλα γιομάτα κοσμήματα και λίρες! Κάθισε κάτω ο νέος και σκέφτηκε "πάντα οι γονιοί μου ό,τι ήθελα με το δίνανε και με σπούδαξαν και με κάμαν άνθρωπο. Τώρα που τους πήρε ο Θεός κοντά του, θα κάνω ότι περνά από το χέρι μου να βοηθήσω τους συνανθρώπους μου..." Αρχίνεψε, το λοιπόν, να χτίζει σχολειά, να φτιάνει βιβλιοθήκες, να ιδρύει φτωχοκομεία, συσσίτια, να μοιράζει λεφτά και χωράφια από δω κι από κει σ' όποιον είχε ανάγκη. Και δίδασκε κι ο ίδιος. Προσπαθούσε να νουθετήσει τους συμπατριώτες του, μα εκείνοι τίποτα... Ούτε στα σχολειά στέλναν τα παιδιά, ούτε οι ίδιοι καθόντουσαν να να ακούσουν τί είχε να τους πει ο νέος, να μάθουν δυο καινούρια πράγματα, να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Μόνο τα λεφτά άρπαζαν μέσα από τα χέρια του και μετά... 'μη τον είδατε'...

Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια και έδωσε όλη την περιουσία ο νέος σε ευεργεσίες και σε ιδρύματα μα του κάκου... Και χάθηκε το βιός των γονιών του. Κι από τη στενοχώρια του ο νέος άρχισε να πίνει. Πίνε-πίνε κατάντησε ένας μεθύστακας μπεκρής. Κουρελής κι αξυπόλυτος γύρναγε στις γειτονιές κι από ταβέρνα σε ταβέρνα. Και πάντα με μια μπουκάλα στο χέρι τον έβλεπες και τα παιδιά του φώναζαν "Εεεεεεπ! Ντούρος!" και τον κορόιδευαν όπου τον έβρισκαν. Είχε καταντήσει να τον κλαιν κι οι ρέγγες...

Μια μέρα, που είχε μεθύσει πάλι κι ήτανε σκνίπα και δεκάρα δεν τού' χε μείνει και τα παιδιά τον κορόιδευαν "Εεεεεεπ! Ντούρος!" άρχισε να τα βάζει με τους διαβάτες και να φωνάζει πως είχε ξοδέψει όλο του το βιός κι εκείνοι του ήταν αχάριστοι και άξεστοι και τεμπέληδες. "Αν είχα τρία μιτζίτια, θα έκαιγα την Πόλη!" φώναζε μέρα μεσημέρι μπροστά από την Αγιασοφιά. "Αν είχα τρία μιτζίτια, θα την έκαιγα την Πόλη συθέμελα!" Τρία μιτζίτια, σα να λέμε, ήταν τότες σα τρία πενηντάλεπτα σημερινά. Και δώσ' του να φωνάζει και να ξεσηκώνει τον κόσμο. Είχε μαζευτεί πλήθος και γέλαγε μαζί του και  με το κατάντιο του. Κι εκείνη την ώρα, που λέτε, έτυχε να περνάει από κει με την άμαξά της η βεζυροπούλα. Κόσμος γεμάτη η πλατεία, δεν μπορούσε να περάσει η άμαξα, σταμάτησε. Προστάζει τον αμαξά η βεζυροπούλα τότες "Σύρε διες τί συμβαίνει κι έλα να με πεις!" Πάει ο αμαξάς, ρωτάει, γυρνάει λέει στη βεζυροπούλα "Το και το, κυρά μου: ένας μεθύστακας κάνει φασαρία στην πλατεία και φωνάζει πως αν είχε τρία μιτζίτια θα έκαιγε την Πόλη..." "Α, έτσι;" λέει μέσα της η βεζυροπούλα "τώρα θα γελάσουμε..." και λέει στη βάγια της να την ακολουθήσει. Κατεβαίνει από την άμαξα, και μια και δυο πάει στην πλατεία κι ακούει με τα ίδια της τ' αυτιά τον μεθύστακα να φωνάζει πως αν είχε τρία μιτζίτια θα έκαιγε την Πόλη. Πλησιάζει, ανοίγει δρόμο ο κοσμάκης στο διάβα της. Πιάνει, βγάζει από το πουγγί της τρεις λίρες χρυσές και τις δίνει στον μεθύστακα. "Να! Τρεις λίρες σε δίνω!" του λέει "Κι αν σε τρεις μέρες δεν έχεις κάψει την Πόλη, θα σε πάρω το κεφάλι!" Και φεύγει. Κόκαλο ο μεθύστακας.

Η βεζυροπούλα, για να πούμε την αλήθεια, δεν εννοούσε αυτό που είπε, πως τάχα δηλαδή θα του έπαιρνε το κεφάλι αν σε τρεις μέρες δεν έκαιγε την Πόλη. Ήθελε μόνο να του δώσει τις τρεις λίρες μπας και γλίτωνε από τη φτώχεια του και την κατάντια του. Μέχρι να γυρίσει στην άμαξα είχε ξεχάσει κιόλας τί είχε πει. Έλα όμως που ο μεθύστακας δεν το ξέχασε...

Κι όχι μόνο δεν το ξέχασε, αλλά σαν άκουσε τί τού 'πε η βεζυροπούλα όταν του έδινε τις λίρες, ξεμέθυσε στη στιγμή. Κρύος ιδρώτας άρχισε να τον λούζει. Σαν τρελός έφυγε τρέχοντας και πήγε σε μια παράγκα που είχε σκαρώσει με λαμαρίνες και κοιμότανε τα βράδυα. Εκεί κάθισε κάτω κι έστυψε το κεφάλι του να δει πως θα γινόταν να το γλιτώσει. "Σάμπως να πάρω μια καραβιά λάδι και να το χύσω γύρω-γύρω απέ την Πόλη και να βάλω φωτιά; Αμά τί με φταίνε οι άνθρωποι να καούν...;" Και πέρασε η πρώτη μέρα και ξημέρωσε η δεύτερη. Σκεφτότανε ο νέος: "Σάμπως να βάλω φωτιά στο δάσος γύρω απέ την Πόλη μαζί με δέντρα να καεί; Αμά και πάλι θα καεί κι ο κοσμάκης και τί φταίει αν εγώ κατάντησα μεθύστακας και μπεκρής και άμα πιώ δεν ξεύρω τί λέω...;" Δεν του πήγαινε καρδιά τώρα που ήταν ξεμέθυστος να πάρει τον αθώο κόσμο στον λαιμό του. Δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος αυτός. Ήτανε σπουδαγμένος! Και δώσ' του να στύβει το μυαλό του να βρει μια λύση και την πόλη να κάψει, να γλιτώσει το κεφάλι του, και κόσμος να μην χαθεί. Και πέρασε και η δεύτερη μέρα. Και βράδυασε κι ακόμα σκεφτότανε ο νέος.

Εκεί κοντά στο ξημέρωμα πετιέται πάνω και φωνάζει: "Το βρήκα!" Και πέφτει στο αχερένιο στρώμα και κοιμάτε καναδυό ωρίτσες. Μόλις χάραξε η μέρα, και μια και δυο τραβάει για το μεγαλύτερο μαγέρικο της Πόλης. Μπαίνει μέσα με τη χρυσή λίρα στο χέρι. Βρίσκει τον αρχιμάγερακρεατικά και ψαρικά και ρύζια και του Θεού και του Αλλάχ τα καλά! Πόσο θα κοστίσουν;"
"Μισή λίρα" απαντάει ο μάγερας.
"Μια χρυσή λίρα θα σε δώσω, αλλά θέλω στις 12 ακριβώς να είσαι έξω από το χαμάμ του Αλί και να διαλαλείς 'Αρουσάν ντερλέρ! Περουσάν ντερλέρ! Ιν πατισαϊχ ογλού γκελντί!'"
Που πά να πει: "Ακούσατε όλοι και μάθετε πως ο γιος του βασιλιά των Ινδιών έχει έρθει στην πόλη μας!"
Πήρε ο μάγερας την χρυσή λίρα, την έβαλε στην τσέπη, "Όπως επιθυμείς, εφέντιμ!" συμφώνησε.

Βγαίνει από το μαγέρικο ο νέος -να τον λέμε Γιάννη; να τον λέμε!- πάει στο μεγαλύτερο και καλύτερο ποτοπουλιό της Πόλης. Με τη χρυσή λίρα στο χέρι βρίσκει το αφεντικό και του λέει: "Θέλω έναν δίσκο με τα καλύτερα και ακριβότερα ποτά που έχεις. Κρασιά, ροσόλια, τσίπουρα, ουίσκια, σαμπάνιες! Τα πάντα! Πόσο θα κοστίσει;"

"Μισή λίρα" απαντάει ο ποτοποιός. 
"Μια χρυσή λίρα θα σε δώσω, αλλά θέλω στις 12 και τέταρτο ακριβώς να είσαι έξω από το χαμάμ του Αλί και να διαλαλείς 'Αρουσάν ντερλέρ! Περουσάν ντερλέρ! Ιν πατισαϊχ ογλού γκελντί!'
Και του βάζει την λίρα στο χέρι. Συμφώνησε το δίχως άλλο ο ποτοποιός και του έβγαλε και το καπέλο.

Σαν βγαίνει από κει ο Γιάννης τραβάει γραμμή για το καλύτερο ζαχαροπλαστείο της Πόλης. Με την χρυσή λίρα στο χέρι φωνάζει τον αρχιζαχαροπλάστη και του λέει: "Θέλω έναν δίσκο με τα καλύτερα και ακριβότερα γλυκά που έχεις: κανταϊφια και μπακλαβάδες και μαλεμπί και ταούκ γιοκσού και καζάν ντιπί και γαλακτομπούρεκα και απ' όλα. Πόσο θα κοστίσει;"
"Μισή λίρα" απαντάει ο ζαχαροπλάστης. 
"Μια χρυσή λίρα θα σε δώσω, αλλά θέλω στις 12 και μισή ακριβώς να είσαι έξω από το χαμάμ του Αλί και να διαλαλείς 'Αρουσάν ντερλέρ! Περουσάν ντερλέρ! Ιν πατισαϊχ ογλού γκελντί!'"

Συνεχίζεται...

Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

Κι ένα τραγούδι

Ξέρω, είπαμε από την αρχή ότι αυτό το ιστολόγιο είναι αφιερωμένο στα παραμύθια. Παραμύθια κάθε λογής. Θα ήθελα να μου επιτρέψετε όμως απόψε που 'ναι κι η γιορτή μου να αναφερθώ σε ένα τραγούδι. Ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι, που μου τό 'λεγε η γιαγιά Ευανθία (το Βανθάκι). Θυμάμαι και τον πατέρα μου να το σιγοτραγουδάει κάποιες φορές. Θα μου πείτε τώρα -και με το δίκιο σας- τί δουλειά έχει ένα τραγούδι ανάμεσα στα παραμύθια; Έλα μου όμως που αυτό το τραγούδι είναι και παραμύθι! Και το πιο περίεργο (περίεργο για μένα δηλαδή) είναι πώς όποιον έχω ρωτήσει κανείς δεν δεν το ήξερε. Χρονολογικά θα το τοποθετούσα στις αρχές του περασμένου αιώνα ή ίσως και τέλη του 19ου αν σκεφτώ πως το Βανθάκι το άκουσε και τό 'μαθε από κάποιον μεγαλύτερο. Έχει περίεργο ρυθμό και η μελωδία του αλλάζει από στίχο σε στίχο. Κι οι στίχοι οι ίδιοι δεν μοιάζουν σε μέτρο και σε βήμα. Εύχομαι να μπορούσα να σας δώσω μια ηχητική έκδοσή του όμως δεν υπάρχει καμία -και οι δικές μου τραγουδιστικές ικανότητες είναι ανύπαρκτες... Οπότε, θα αρκεστώ να παραθέσω τους στίχους και αν κάποιος σας γνωρίζει κάτι ας αφήσει ένα σχόλιο.

Της Άνοιξης λουλούδι
για πες μας το τραγούδι
του στοιχειωμένου πύργου και του βασιλιά.


Τον παλιό καιρό, 
πέρα στο κάστρο του νησιού το γκρεμισμένο
έστησε χορό 
το αρχοντόπουλο στον κόσμο ξακουσμένο.


Πήγαν έμορφες κυράδες
εκείνης της γενιάς της μακρινής.
Πήγαν ακόμα και δυο αδελφάδες
που δεν τις εγνώριζε κανείς.


Δεν ήσαν ντυμένες ούτε στολισμένες
με χρυσάφια και ατίμητα φλουριά,
μα είχαν κάτι μάτια που έκαμαν κομμάτια
και την πιο μαρμάρινη καρδιά.


Έμορφα κι οι δυο χορεύουν
κι απ' τον ρήγα μπρος περνούν.
Στέκουνται και τον μαγεύουν,
μύριους πόθους του γεννούν.


Μα ήσαν νεράιδες
κι όποιος τις πρωτοφιλήσει
και φιλί τους πάρει μαγικό
πριν ακόμη να ξημερώσει
θα τον βρούνε ξωτικό.


Πέρασαν οι ώρες,
έφυγαν οι κόρες,
πάψαν τα λαούτα, τα βιολιά
και μες το παλάτι
της Αυγής το μάτι
βρίσκει ξωτικό τον βασιλιά.


Τώρα με φωνή θλιμμένη
κουκουβάγια τον θρηνεί
και το κάστρο γκρεμισμένο
κλαίει κι αυτό δίχως φωνή...

Ο Σταχτογάτης - 3

Και βρέθηκε ο Σταχτογάτης στο κάτω κόσμο.

Και πήγαινε... και πήγαινε... Ψήλωνε ο ήλιο, έκανε ζέστη πολύ. Περπάταγε ο Σταχτογάτης κι όλο περπάταγε. Σαν κουράστηκε, είπε να ξαπλώσει λίγο, να πάρει έναν υπνάκο. Να πάρει δυνάμεις. Βλέπει ένα δέντρο με ίσκιο παχύ. Πάει, ξαπλώνει από κάτω, τον πήρε ο ύπνος.

Σ' εκείνο το δέντρο είχε τη φωλιά του ένα ζευγάρι αετοί. Χρόνια συνέχεια κάναν τ' αυγά τους μα αετόπουλα δεν είδαν ποτέ. Γιατί ένα φίδι ερχόταν και τά 'τρωγε. Αυτή τη χρονιά το φίδι δεν είχε φανεί και τα πουλιά σκάσαν απ' τ'αυγό τους. Πέταξαν οι αετοί να πιάσουν κυνήγι να ταΐσουν τα αετόπουλα που πείναγαν κι έσκουζαν.

Ξαφνικά, εκεί που κοιμόταν ο Σταχτογάτης, φασαρία, κακό πάνω στο δέντρο. Ξυπνάει, βλέπει μια φιδάρα να σούρνεται πάνω στον κορμό, να πηγαίνει προς την κορφή. Και στην κορφή δυο αετόπουλα, μικρά, μόλις είχαν σκάσει απ' τ΄αυγό, να χτυπιούνται και να φωνάζουν. Σηκώνει το τοπούζι, δίνει μια στο φίδι, το σκοτώνει, πάρ'το κάτω. Ξαπλώνει πάλι και συνεχίζει το ραχάτι του. Μετά από λίγη ώρα ήρθαν οι δυο αετοί. Σα βλέπουν τον Σταχτογάτη να κοιμάται κάτω από το δέντρο λένε "Αυτός είναι που τρώει τ' αυγά μας και δεν βλέπαμε αετόπουλα!" και θυμωμένοι ορμάν να τον ξεσκίσουν. Πάνω στην ώρα τους σταμάτησαν τ' αετόπουλα "'Οχι! Όχι! Αυτός είναι που μας έσωσε! Να, δείτε το φίδι που θα μας έτρωγε! Αυτός το σκότωσε!" Πραγματικά, κοιτάν οι αετοί παραδίπλα, βλέπουν το φίδι σκοτωμένο. Κατεβαίνουν τότε και σιγά-σιγά κάναν αέρα με τα φτερά τους όσο κοιμόταν ο Σταχτογάτης.

Σαν ξύπνησε, τον ευχαρίστησαν και τού 'παν: "Για το καλό που μας έκανες κι έσωσες τα αετόπουλά μας, κι εμείς ό,τι μας ζητήσεις θα το κάνουμε."
"Εντάξει" είπε ο Σταχτογάτης. "Όταν σας χρειαστώ, θα έρθω να σας βρω." Τους χαιρέτησε και κίνησε πάλι.

Περπάταγε, περπάταγε. Πάνω που πήρε να βασιλεύει ο ήλιος έφτασε έξω από μια πόλη. Τείχη ψηλά, θεόρατα. Κι έξω απ' την πύλη την αμπαρωμένη μια σειρά βρύσες. Πιάνει να τις μετρήσει: μια, δυο, τρεις... Εννιά τις έβγαλε. Κι εκεί στην ένατη βρύση πλάι καθότανε μια κοπέλα όμορφη σαν τα κρύα τα νερά κι έκλαιγε, πλάνταζε! Πάει κοντά της "Γιατί κλαις;" τη ρωτάει.
"Το και το" του λέει αυτή. "Στη χώρα μου νερό παίρνουμε από αυτές τις βρύσες, αμά τα κλειδιά τα έχεις ένα δράκος φοβερός και κάθε χρόνο ζητάει μια κοπέλα να φάει για ν' ανοίξει τις βρύσες για ν' αφήκει λεύτερο το νερό. Κάθε χρόνο ρίχνουμε κλήρο και φέτος έπεσε σε μένα..."
"Μη φοβάσαι" της λέει ο Σταχτογάτης "Κι εγώ θα σκοτώσω τον δράκο και θα σε γλιτώσω!"

Και κάθισε και καρτέραγε τον δράκο να φανεί. Εκεί που καθόντανε, τον πήρε ο ύπνος κι έγειρε στην ποδιά της κοπέλας. Εκείνη δεν τον ξύπνησε σαν είδε από μακρυά τον δράκο νά 'ρχεται, μα έκλαιγε σιγά-σιγά για την τύχη της την κακή που θα έπαιρνε και το παλικάρι στο λαιμό της. Κι εκεί που έκλαιγε ένα δάκρυ έπεσε στο σβέρκο του Σταχτογάτη και τον εξύπνησε. Πετιέται αμέσως απάνω, το τοπούζι στο χέρι. Αρχίζει να παλεύει με τον δράκο, του δίνει μια, του δίνει και μια δεύτερη τονε σκοτώνει. Παίρνει την αρμαθιά τα κλειδιά από τη ζώνη του κι ανοίγει τις βρύσες να τρέξει το νερό λεύτερο. Μετά πετάει τα κλειδιά ψηλά, στον ήλιο, να μη τα βρει κανείς να μείνουν λεύτερα τα νερά, παίρνει την κοπέλα να τηνε πάει στους δικούς της. Πώς τά 'φερε η τύχη κι η κοπέλα που έσωσε ο Σταχτογάτης ήτανε η μοναχοκόρη του βασιλιά. Χαρές που γίνηκαν σαν πήγαν στον παλάτι! Πανηγύρια! Τρεις μέρες και τρεις νύχτες γιόρταζε όλη η χώρα που σώθηκε η βασιλοπούλα και λευτερώθηκαν τα νερά.

Την τέταρτη μέρα πιάνει ο βασιλιάς λέει τον Σταχτογάτη "Μεγάλο καλό έκανες σε μένα και στη χώρα μου! Πες μου τί θες και θα στο κάνω. Την κόρη μου θα σου δώσω γυναίκα και το μισό μου βασίλειο!" "Βασιλιά," λέει τότε ο Σταχτογάτης "εγώ δεν είμαι από τα μέρη σας. Είμαι από τον πάνω κόσμο κι έχω τους εδικούς μου απάνω. Πρέπει να γυρίσω πίσω το λοιπόν. Αν μπορείς να με βοηθήσεις, θα σε το πω..." Κάθισε σκέφτηκε όλο το βράδυ ο Σταχτογάτης, σαν έφεξε ο θεός τη μέρα κινάει, πάει και βρίσκει τους αετούς.
"Καλημέρα, αετοί!"
"Καλημέρα, Σταχτογάτη! Τί σε φέρνει στο δέντρο μας;"
"Σκέφτηκα τί μπορείτε να κάνετε για να μου ξεπληρώσετε τη χάρη και θέλω να σας ρωτήσω αυτό: εσείς μεγάλοι και δυνατοί είσαστε, θεριά ολόκληρα, μπορείτε να με πάτε στον πάνω κόσμο;"
"Μπορούμε" απάντησαν οι αετοί. "Μα θα χρειαστούμε 40 βόδια κρέας και 40 βαρέλια κρασί, γιατί είναι πολύ ψηλά ο πάνω κόσμος και πρέπει να 'χουμε τις δυνάμεις μας να πετάξουμε όλο το δρόμο πάνω."
"Θα τά 'χετε!" είπε με σιγουριά ο Σταχτογάτης. "Ελάτε αύριο το πρωί στην αυλή του βασιλιά και θα πάμε στον πάνω κόσμο."

Γυρνάει ο Σταχτογάτης πίσω στο παλάτι και λέει στο βασιλιά που ήταν και τί κουβέντα είχε με τους αετούς. Στο τέλος του ζητάει τα 40 βόδια κρέας και τα 40 βαρέλια κρασί. "Αυτό είναι όλο;" γελάει ο βασιλιάς και διατάζει το άλλο πρωί με την αυγή να είναι έτοιμα στην αυλή.

Σαν ξημέρωσε βγήκαν όλοι στην αυλή του παλατιού να αποχαιρετήσουν τον Σταχτογάτη. Είχαν ανοίξει τις πύλες, κόσμος και κοσμάκης είχε μαζευτεί. Έρχονται οι αετοί, φορτώνουν οι αυλικοί τα 40 βόδια κρέας και τα 40 βαρέλια κρασί, ανεβαίνει και ο Σταχτογάτης στη ράχη του ενός. "Και τώρα;" ρωτάει. "Τώρα μη σε νοιάζει!" του λεν οι αετοί. "Εμείς θα σε πάμε στον απάνω κόσμο. Μόνο έχε τ' αυτιά σου ανοιχτά κι όταν ένας από μας λέει 'κρε' θα του δίνεις ένα κομμάτι κρέας κι όταν λέει 'κρα' θα του δίνει μια κούπα κρασί. Καλά;" "Καλά!" Και κάνουν μια έτσι οι αετοί τις φτερούγες τους και ξεκινάν να πετάν προς τον απάνω κόσμο.

"Κρε!" φώναζε ο ένας. Του έδινε ο Σταχτογάτης ένα γενναίο κομμάτι κρέας.
"Κρα!" φώναζε ο άλλος. Του ο Σταχτογάτης έδινε μια κούπα κρασί.
"Κρε!"
"Κρα!"

Και με "κρε" και με "κρα" όλο κι ανέβαιναν κι όλο ξεθάρρευε ο Σταχτογάτης και χτυπούσε η καρδιά του πιο δυνατά. Μετά από ώρα και από πολλά "κρε" και "κρα" φάνηκε το φως του ήλιου του πάνω κόσμου. Είδε ο Σταχτογάτης ουρανό γαλανό.

"Κρε!" φωνάζει τότε ο αετός. Κάνει ο Σταχτογάτης να πάρει ένα κομμάτι κρέας, τί να δει: είχε τελέψει το κρέας το βόιδινο. Χωρίς να σκεφτεί καθόλου τότε, βγάζει το μαχαίρι του κόβει ένα κομμάτι από το πόδι του, ψηλά, από το μπούτι, και το δίνει στον αετό. Σαν το γεύτηκε ο αετός κατάλαβε πως δεν ήτανε κρέας βόιδινο αμά ανθρώπινο. Κράτησε το κομμάτι κάτω από τη γλώσσα του κι έκανε υπομονή. Έδωκε μια με τις φτερούγες του, κι άλλη μια, βγήκαν επάνω. Κατέβασαν τον Σταχτογάτη μαλακά στη γη. "Άιντε, πηγαίνετε τώρα!" λέει ο Σταχτογάτης στους αετούς. Δεν ήθελε να τον δούνε να κουτσαίνει. "Όχι, εσύ πάενε πρώτος!" λέει ο αετός πού' χε το κομμάτι το κρέας κάτω από τη γλώσσα του. Δεν το είχε φάει. Τί να κάνει ο Σταχτογάτης, κάνει ένα βήμα, πάρ' τονε κάτω. Δεν τον κράταγε το πόδι του. Πάει τότε κοντά του ο αετός, βγάζει το κομμάτι το κρέας και το κολλάει στο μπούτι του Σταχτογάτη. Ήρθε κι έγινε το πόδι του ολόκληρο ξανά, έγιανε. "Άιντε, πάμε τώρα εμείς στα αετόπουλά μας. Καλή τύχη, Σταχτογάτη!" Και σαν του ευχήθηκαν καλή τύχη, έδωσαν μια και βούτηξαν μέσα στο πηγάδι και βουρ για τον κάτω κόσμο.

Σαν απόμεινε μοναχός ο Σταχτογάτης, βάζει το τοπούζι στον ώμο, τραβάει για το αρχοντικό. Στο δρόμο τον έπιασε η νύχτα. Κοιτάει βλέπει ένα φωτάκι από μακρυά. Μια καλύβα ήτανε. "Ας τραβήξω για κει" σκέφτηκε μονάχος του "να περάσω τη νύχτα και αύριο θα έρθω να τους ανταμείψω όποιοι κι αν είναι..." Και μ' αυτή την σκέψη τράβηξε προς τα κει. Σαν φτάνει στην καλύβα, χτυπάει την πόρτα και λέει "Διαβάτης που νυχτώθηκα είμαι! Να μπω να περάσω την νύχτα;" "Έμπα!" του απάντησε μια φωνή. Μπαίνει ο Σταχτογάτης, ένας γέρος καθότανε κοντά σ' ένα μαγκάλι και καθάριζε καρύδια. "Κόπιασε, γιε μου!" λέει στο Σταχτογάτη. "Έλα, κάτσε κοντά στη φωτιά να ζεσταθεί το κοκαλάκι σου..." Πραγματικά, πάει ο Σταχτογάτης κάθεται κοντά στο μαγκάλι. Σα ζεστάθηκε το κοκαλάκι τον ρωτάει ο γέροντα: "Ποιός καλός άνεμος σε φέρνει στα μέρη μας, γιε μου;" "Α, παππούλη, από τον κάτω κόσμο έρχομαι" απαντάει γελώντας ο Σταχτογάτης "δυο αετοί με φέρανε στις ράχες του πετώντας μέσα στο πηγάδι του δράκου..." Και μια και δυο, αφού τίποτα άλλο δεν είχε αν κάνει πιάνει και του λέει όλη την ιστορία: για τη χρυσή ροδιά και τον δράκο και το πηγάδι και τις βασιλοπούλες και τα δυο πρόβατα στο πηγάδι και όλα μα χωρίς να πει ποιός είναι. Άκουγε ο γέρος όσο καθάριζε καρύδια, δεν τον πίστεψε, για σαλεμένο τον πήρε όμως δεν είπε τίποτα. Φοβήθηκε και το τοπούζι που κουβάλαγε...

Σειρά του Σταχτογάτη μετά να ρωτήσει: "Τί κάμεις εδώ, παππούλη;" "Να, γιε μου" του λέει εκείνος "ο άρχοντας παντρεύει τον μεγάλο του γιο με μια βασιλοπούλα και η νύφη παρήγγειλε να της καθαρίσουμε 100 σακιά καρύδια για το γλύκισμα το νυφιάτικο, μα είμαι γέρος και κουράστηκα και ούτε τα μισά δεν έχω καθαρίσει ακόμα..." "Μη στενοχωριέσαι, παππούλη, εγώ είμαι εδώ. Θα σε βοηθήσω." λέει ο Σταχτογάτης πρόθυμα κι αρχίζει κι αυτός να σπάει καρύδια. Κι όλο το βράδυ σπάγανε καρύδια και σαν ο γέρος έφερε την νταμουτζάνα το κρασί έμαθε ο Σταχτογάτης πως ο πατέρας του τον είχε για πεθαμένο γιατί έτσι τού 'χανε πει τ' αδέρφια του και τώρα ο μεγάλος του αδερφός ήθελε να παντρευτεί με το στανιό την πιο μικρότερη από τις βασιλοπούλες που είχε σώσει ο Σταχτογάτης. Αμά εκείνη προσπαθούσε να καθυστερήσει τον γάμο κι όλο ζήταγε και ζήταγε ρούχα να της ράβουν και φαγητά να της φτιάχνουν και όλα τα έβρισκε ανάξια για τον γάμο της. Και τώρα που άλλο δεν έπαιρνε, είχε πει να της καθαρίσουν 100 σακιά καρύδια.

"Και σε ποιόν θα τα παραδώκεις τα καρύδια, παππούλη; στον μάγερα;" ρωτάει ο Σταχτογάτης στο τέλος.
"Όχι, γιε μου, στην ίδια τη βασιλοπούλα. Όλα μόνη της τα κάμει για να γίνουν κατά πώς τα θέλει."

Άμα τ' άκουσε, αυτό σκαρφίστηκε ένα σχέδιο. Πιάνει και χώνει σ'ενα σακί με τα καθαρισμένα καρύδια το τάσι με τα κοτοπουλάκια που τού'χε δώκει η βασιλοπούλα πριν την ανεβάσει απ' το πηγάδι. Τά 'χε πα΄ρει και τά 'χε πάντα στον κόρφο του. Και σαν τό 'καμε αυτό έπεσε αν κοιμηθεί.

Το άλλο πρωί, μόλις χάραξε η μερα, φορτώνει ο γέρος τα 100 σακιά καρύδια και τα πάει στο αρχοντικό, στη βασιλοπούλα. Εκείνη ένα-ένα τα άνοιξε τα σακιά να δει αν είχε καθαρίσει σωστά τα καρύδια ο γέρος. Κι εκεί που άνοιγε το τελευταίο σακί, τσουπ! πετιούνται από μέσα τα κοτοπουλάκια. Σαν τά 'δε, σάστισε στην αρχή. "Μπα, σε καλό!" σκέφτηκε "αυτά είναι τα κοτοπουλάκια που είχα δώσει στο Σταχτογάτη!" και χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν άλλο στέλνει και φωνάζουν τον γέρο στο αρχοντικό. Τρόμαξε ο γέρος σαν ήρθε το μαντάτο στο καλυβάκι του. "Βρε, θες να έκανα τίποτις στραβο και να βρω τον μπελιά μου...;" σκέφτηκε. Τον άκουσε ο Σταχτογάτης που μονολογούσε του λέει: "Μη φοβάσαι, παππούλη, κι εγώ είμαι εδώ! Μόνο πάνε στο αρχοντικό, δες τί σε θέλουν και ό,τι σε ρωτήσουν να πεις αλήθεια!" Τί να κάνει ο γέρος, πήγε. Σαν έφτασε, κι είπε ποιός είναι και ποιός τον είχε καλέσει, οι υπηρέτες τον πήγαν στο μεγάλο δώμα. Εκεί καθόντουσαν ένα γύρο ο άρχοντας κι η αρχόντισσα κι οι δυο γιοί τους οι μεγάλοι και οι τρεις βασιλοπούλες. Σηκώνεται η μικρότερη, η νύφη ας το πούμε, και πάει κοντά του. "Πες μας, γέροντα, εσύ καθάρισες τα 100 σακιά καρύδια που παράγγειλα;" τον ρωτά.
"Εγώ, κόρη μου" της απαντά εκείνος.
"Και πώς πρόλαβες και τα καθάρισες σ' ένα βράδυ; Σε βοήθησε κανείς;"
"Με βοήθησε κάποιος..."
"Και ποιός είναι αυτός ο κάποιος δηλαδή;"
"Ένας διαβάτης είναι που βραδιάστηκε και πέρασε τη νύχτα στο καλύβι μου."
"Και δεν έχει όνομα αυτός ο διαβάτης;"
"Δεν μου τό'πε" ξακολούθησε ο γέρος "αμά μάλλον σαλεμένος είναι ο καημένος, γιατί όλο το βράδυ έλεγε πως ήρθε από τον κάτω κόσμο καβάλα σε δυο αετούς από το πηγάδι του δράκου..." και πιάνει και λέει την ιστορία όπως του την είχε πει ο Σταχτογάτης το προηγούμενο βράδυ.

Σαν τ' άκουσαν αυτό τ' αδέρφια του Σταχτογάτη, πάνιασαν! Φοβήθηκαν! Κι όλα τα μολόγησαν στον πατέρα τους χαρτί και καλαμάρι. Πιάνει τότε ο άρχοντας στέλνει μια άμαξα στο καλύβι του γέρου και φέρνει το Σταχτογάτη στο αρχοντικό. Εκεί, παντρεύτηκε ο Σταχτογάτης τη βασιλοπούλα και τ'αδέρφια του δεν τα τιμώρησε, μόνο τα πάντρεψε με τις άλλες βασιλοπούλες και πήραν ο καθένας το δρόμο του. Και σαν χώρισαν τα τσανάκια του ζήσαν όλοι του καλά κι εμείς καλύτερα!