Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

Ο Ρεζίλης - 1

Κόκκινη κλωστή δεμένη,
στην ανέμη τυλιγμένη...
Κλώτσο έδωσα γερό!
Παραμύθι αρχινώ!

Μια φορά κι ένα καιρό σ' ένα πλούσιο χωριό  έφτασε ένας άνθρωπος με την γυναίκα του και τα παιδιά του. Είχε φύγει από τον τόπο του που ήταν φτωχός κι η γης δεν έδινε γεννήματα και έψαχνε ένα τόπο να μείνει, να βρει την τύχη του. Βρήκε μια γωνιά κι έχτισε το σπιτάκι του. Σαν ζήτησε από τους προεστούς του χωριού ένα χωραφάκι, εκείνοι του έδειξαν ένα χερσότοπο. "Ευχαριστώ πολύ!" είπε εκείνος και με τη γυναίκα του και τα παιδιά του κούτσου-κούτσου άρχισαν να καθαρίζουν το μέρος. Το όργωσαν, το έσπειραν και όταν ήρθε η εποχή θέρισαν και πούλησαν τον καρπό στην πόλη. Με τα λεφτά που έβγαλαν, πήραν μερικά ζώα: δυο κότες για τα αυγά, μια αγελάδα για το γάλα, ένα γαϊδουράκι για να πηγαίνουν στον μύλο. Προκομμένη ήταν η οικογένεια όλη και γρήγορα αυγάτισαν το βιός. Πήραν και δεύτερο χωράφι, και μετά και τρίτο. Πήραν κι άλλα ζώα. Και κάθε χρόνο πρόκοβαν όλο και περισσότερο. Το χωριό όμως που ήταν πλούσιοι αλλά μίζεροι άνθρωποι, άρχισε να ζηλεύει και από τη ζήλια τους που τον έβλεπαν να προκόβει όλο και περισσότερο κάθε χρόνο, τον φώναζαν Ρεζίλη. Αυτόν όμως δεν τον πείραζε. Μ' όλους είχε παρτίδες και όταν του καλημέριζε κι εκείνοι του αντιγύριζαν "Καλημέρα, Ρεζίλη!" εκείνος χαμογελούσε πλατιά. 

Και περνούσε ο καιρός κι ο Ρεζίλης κι η οικογένειά του ήταν από τους πιο πλούσιους του χωριού -καρφί στα μάτια των συγχωριανών του που σιγά-σιγά άρχισαν να σκέφτονται πως θα του έκαμαν κακό. Δεν μπορεί αυτός που ήρθε ξυπόλυτος απ' του διαόλου τη μάνα να πρόκοψε τόσο πολύ κι αυτοί που ήταν από τον τόπο να έμεναν στα ίδια. 

Μαζεύτηκαν λοιπόν, ένα βράδυ στο καφενείο και συζητούσαν πως να τον διώξουν απ' το χωριό τους, γιατί λέει, τους ντρόπιαζε... "Να τον σκοτώσουμε!" είπε ο πρόεδρος. "Όχι! Όχι!" φώναξε ο παπάς "Ό,τι θέλετε κάνετε, τέκνα, αλλά προς Θεού! μη βάψετε τα χέρια σας με αίμα ανθρώπου!" "Τότε να σφάξουμε όλα τα ζωντανά του!" πετάχτηκε ο μπεχτζής (που πα να πει ο αγροφύλακας) "Άμα δεν έχει τα ζωντανά του, θα αναγκαστεί να φύγει απ' τον τόπο μας!" Συμφώνησαν όλοι, πάνε και σκοτώνουν όλα τα ζώα του Ρεζίλη. Το κοπάδι τα γιδοπρόβατα, τα γουρούνια, τις κότες... τίποτα δεν άφησαν. Ξυπνάει το άλλο πρωί η γυναίκα του Ρεζίλη, βγαίνει έξω να πάει προς νερού της, τι να δει! Ούτε ζώο ούτε πουλί είχε μείνει. Φωνάζει τον Ρεζίλη να δει το κακό που τους είχε βρει. Βγαίνει εκείνος έξω, βλέπει τη γυναίκα του να κλαίει. "Μη κλαις γυναίκα" της λέει. "Ο Θεός μεγάλος είναι και δεν θα μας αφήσει έτσι. Έλα να γδάρουμε τα ζώα και θα πάω να πουλήσω τα τομάρια την πόλη. Και με τα χρήματα θα πάρουμε καινούρια ζώα και θα ξανακάνουμε το βιός μας."

Και πιάνουν μια και δυο ο Ρεζίλης κι η γυναίκα του και γδέρνουν τα ζώα που είχαν σφάξει οι συγχωριανοί του. Τα τεντώνουν, τα στεγνώνουν, σαν ήταν έτοιμα, τα φορτώνεται ο Ρεζίλης και ξεκινάει για την πόλη. Στο γιοφύρι απάνω τον περίμεναν οι συγχωριανοί του. Σαν τον είδαν από μακριά άρχισαν να γελάνε. "Πού πας βρε καημένε, Ρεζίλη;" τον ρώτησαν σαν πλησίασε. "Ε, να, στην πόλη πάω να πουλήσω τα δέρματα..." απάντησε εκείνος χαμογελαστός. Ξεμάκρυνε ο Ρεζίλης, ακόμα γελούσαν οι συγχωριανοί του.

Εκεί που πήγαινε μέσα στο δάσος μοναχός του, ακούει πίσω από κάτι θάμνους μια φωνή: "Να μπανά! Σα μπανα! Να μπανα! Σα μπανά!" Αφήνει κάτω το φορτιό του, πλησιάζει σιγά-σιγά, κάνει έτσι τα κλαδια, τί να διει: δυο λησταρχαίοι είχα μπροστά τους τρία μπαούλα λίρες και τα μοίραζαν. "Πάρε εσύ! Παίρνω εγώ!" αυτό έλεγαν. Σκέφτεται λίγο ο Ρεζίλης και μετά αρχίζει να φωνάζει: "Εεεεε! Γιάννη! Κώστα! Παύλο! Πάτε από την άλλη μεριά! Εσύ Δημητρό, μαζί μου! Εδώ είναι οι παλιοκλεφταραίοι! Τους πιάσαμε!" Σαν άκουσαν τις φωνές οι κλέφτες φοβήθηκαν. Παράτησαν τα μπαούλα με τις λίρες  κι όπου φύγει, φύγει... Πάει τότε ο Ρεζίλης, παίρνει δυο χούφτες λίρες, τις βάνει στις τσέπες του. Μετά κρύβει καλά τα μπαούλα και τραβάει στην πόλη. Αγοράζει τρία καλά αλόγατα. Γυρνάει στο δάσος, εκεί που είχε κρύψει τα μπαούλα με τις λίρες, τα φορτώνει στα ζώα. Ξεκινάει να γυρίσει πίσω στο χωριό του.

Σαν πήρε να βραδιάζει έφτασε στο γιοφύρι καμαρωτός πάνω στ' άλογο. Σαν τον είδαν οι χωριανοί έτριβαν τα μάτια τους.
"Τί έγινε, Ρεζίλη στην πόλη; Πούλησες τα δέρματα;" τον ρώτησαν.
"Αν τα πούλησα; Δεν βλέπετε εδώ; Τρία μπαούλα λίρες έκαμα απ' τα τομάρια!"
"Μα είναι δυνατόν βρε, Ρεζίλη; Τόσες λίρες από τα δέρματα; Πόσο τα πούλησες;"
"Μια λίρα, μια τρίχα!"
"Μας κοροϊδεύεις;"
"Μπα, σε καλό σας! Δείτε και μόνοι σας τις λίρες! Α, συγχωριανοί, εσείς πήγατε να με βλάψετε, αλλά δεν πειράζει. Να που ο Θεός είναι μεγάλος και με ξεπλήρωσε!"
Και λέγοντας αυτά πήρε το δρόμο για το σπίτι του.

Χωρίς να σκεφτούν οι χωριανοί, τυφλωμένοι από την ζήλια τους, πάνε σφάζουν όλα τα ζωντανά τους και την άλλη μέρα κατεβαίνουν στην πόλη. Πάνε στην αγορά να πουλήσουν τα δέρματα. Και ποιός αγοράζει δέρματα; Οι ταμπάκηδες, αυτοί που φτιάχνουν παπούτσια, οι βυρσοδέψες. Πάνε αυτοί που θέλαν το εμπόρευμα, λοιπόν, και τους ρωτάνε πόσο πουλάν τα δέρματά τους. "Μια λίρα, μια τρίχα!" λεν οι χωρικοί. "Βρε, τρελοί είστε;" λεν οι ταμπάκηδες. "Όχι. Αυτή είναι η τιμή μας: μια λίρα μια τρίχα! Κι αν σας αρέσει!" επέμεναν οι χωρικοί που'χαν ζηλέψει την τύχη του Ρεζίλη. Αλλά οι ταμπάκηδες που δεν σήκωναν και πολλά, συνεννογιούνται και τους πλακώνουν στο ξύλο. Τους παίρνουν και τα δέρματα τσάμπα. Δαρμένοι γύρισαν στο χωριό και ούτε λίρα τσακιστή στο κεμέρι τους.

Τέτοιο χουνέρι που έπαθαν δεν θα το άφηναν έτσι.

Συνεχίζεται... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου