Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Η ουρά του γαϊδάρου, η χελώνα και το νταούλι

Μια φορά κι ένα καιρό, τα πολύ παλιά τα χρόνια,  σε ένα μέρος όχι πολύ μακριά από δω, ζούσαν δυο αδέρφια. Ο ένας ήταν πολύ πλούσιος και ο άλλος πολύ φτωχός. Ο φτωχός αδερφός, ζούσε με την οικογένειά του, την γυναίκα του και τα παιδάκια του, σ'  ένα καλυβάκι και παρ' όλη τη φτώχεια τους ήταν αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι. Ο πλούσιος αδερφός είχε κι εκείνος την οικογένειά του και ζούσαν όλοι σ' ένα αρχοντικό, μες στα μαλάματα και τα ασήμια, κι ήταν όλο γκρίνια και φαγωμάρα με τη γυναίκα του και τα παιδιά του που πάντα παραπονιόντουσαν και του ζήταγαν κι άλλους παράδες.
Ήρθε ένας χειμώνας τόσο βαρύς και ο καημένος, ο φτωχός αδερφός δεν είχε τίποτα στα ράφια του...  Έβλεπε την γυναίκα του και τα παιδάκια του να πεινάνε και να κρυώνουν και μάτωνε η ψυχή του. Έτσι ένα πρωί, το πήρε απόφαση και πήγε να χτυπήσει την πόρτα του αδερφού του. Άνοιξε την πόρτα ο αδερφός
"Αδερφέ μου,"  του είπε. "ήρθα να σε ζητήσω μια βοήθεια τώρα που είναι χειμώνας και δεν έχομε να φάμε ούτε ένα ξεροκόμματο και σαν έρθει ο καιρός, θα δουλέψω στα χωράφια σου να σε το ξεπληρώσω..."
- Και σαν τί βοήθεια θες δηλαδή; τον ρώτησε ο αδερφός του απότομα.
- Λίγα ξύλα για το τζάκι να μην κρυώνουν τα παιδάκια μου, τα ανίψια σου, και λίγο αλεύρι να ζυμώσει η γυναίκα μου λίγο ψωμί...
- Φύγε από δω! Δεν σου δίνω τίποτα!  του είπε εκείνος και του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

Τί να κάνει ο καημένος ο φτωχός αδερφός, γύρισε στο φτωχοκαλυβάκι του με άδεια χέρια. Το βλέπει η γυναίκα του έτσι, με κατεβασμένο το κεφάλι, κατάλαβε. "Μη στενοχωριέσαι, άντρα μου," του λέει  "κι ο Θεός είναι μεγάλος..."
- Γυναίκα, της λέει τότε εκείνος, το σκέφτηκα καλά: θα φύγω από δω και θα πάω να βρω την τύχη μου.
- Και πού θα πας, άντρα μου; του λέει εκείνη, μες το ξεροβόρι και τον χιονιά;
- Δεν ξέρω, γυναίκα. Θα τραβήξω έναν δρόμο κι όπου με βγάλε...
Τί να κάνει η γυναίκα αφού το είχε αποφασίσει εκείνος; Του έδωσε ένα φυλαχτό να τον φυλάει στο δρόμο και τον σταύρωσε για καλό δρόμο. Κι ο φτωχός αδερφός πήρε το δισάκι του στον ώμο και ξεκίνησε να πάει να βρει την τύχη του.

Πήρε έναν δρόμο κι εκεί που πήγαινε βρίσκει πάνω στο μονοπάτι μια ουρά γαϊδάρου. "Βρε!" σκέφτεται. "Κοίτα τί βρέθηκε στο δρόμο μου; Λες νά' ναι αυτό το τυχερό μου; " Και παίρνει την ουρά του γαϊδάρου και την ρίχνει στον τορβά του. Πιο κάνω απαντάει πάω στο δρόμο μια χελώνα. "Μπα!" μονολογεί. "Για διες! Μια χελώνα! Μήπως είναι αυτή το τυχερό μου;" και πιάνει και την ρίχνει κι αυτή στο δισάκι του. Συνεχίζει το δρόμο του κι όπως πήγαινε τί βλέπει μπροστά του: ένα νταούλι στη μέση του δρόμου. Πάει κοντά, το κοιτάει, γερό ήτανε. "Για νά 'ναι πάνω στο δρόμο μου," σκέφτεται "σάμπως νά'ναι από την τύχη μου σταλμένο..." Το παίρνει, το βάζει κι αυτό στο σακούλι του και συνεχίζει το δρόμο του. Περπάταγε... Περπάταγε...

Σαν πήρε να σουρουπώνει, βρέθηκε μπροστά σ' ένα τεράστιο πύργο! Πλησιάζει, χτυπάει την πόρτα. Καμία απόκριση. Σπρώχνει έτσι, ανοιχτή ήταν. Μπαίνει μέσα. Ερημιά... Ψυχή... "Εεεεε! Είναι κανείς εδώ;" φωνάζει. Καμία απάντηση. Προχωράει παραμέσα, τίποτα. "Εεεεε! Εσάς, τους αφεντάδες, λέω! Είναι κανείς εδώ;"  Κανείς δεν απάντησε. Ανοίγει μια πόρτα, τί να ιδιεί! Χρυσάφια και μαλάματα! Ανοίγει άλλη πόρτα, μαργαριτάρια και σεντέφια! Ανοίγει τρίτη πόρτα, όλου του κόσμου οι θησαυροί ήταν μαζεμένοι εκεί!... Άρχισε τότε να φοβάται, γιατί σ' εκείνα τα μέρη ζούσαν σαράντα δράκοι που ρήμαζαν τον τόπο κι αυτός θε' νά 'τανε ο πύργος τους! "Αλλά για να μην είναι εδώ" σκέφτηκε ο φτωχός αδερφός "θά 'χουν βγει για να κάνουν τις μπαγαποντιές τους βραδιάτικα. Ας κοιμηθώ σε  μια γωνιά και το πρωί με το χάραμα, πριν γυρίσουν, θά'χω φύγει..." Και με ήσυχο το μυαλό που έλειπαν οι δράκοι, έπεσε να κοιμηθεί σε μια κάμαρη.

Κουρασμένος καθώς ήταν όμως, τον πήρε ο ύπνος για τα καλά κι άργησε να ξυπνήσει. Ο ήλιος είχε ανατείλει και εκεί που κοιμόταν ακούει ξαφνικά "τακα-τακ!τακα-τακ!τακα-τακ!" αλόγατα να μπαίνουν στην αυλή του πύργου. Πετάγεται αμέσως επάνω!  Πάει προς το παράθυρο και προσέχοντας να μην τον δουν απ' έξω κοιτάει, τί να διει! Ένας, δυο, τρεις... πέντε... δέκα... σαράντα δράκοι πάνω στ' αλόγατα. "Ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει!" έλεγε ο αρχηγός τους.
- Κι αν δεν είναι ένας κι είναι πολλοί; ρώτησε κάποιος.
- Κι αν βρήκαν οι ανθρώποι το λημέρι μας κι ήρθαν να μας ξεκάνουν; ρώτησε ένας άλλος.
- Αυτό θα το δούμε! είπε ο αρχιδράκος. Ε, είναι κανείς εδώ; φώναξε με την αγριοφωνάρα του.
Τσιμουδιά ο φτωχός αδερφός.
- Ξέρουμε πως είσαι εδώ! ξαναφώναξε ο δράκος. Αν είσαι άνθρωπος, κατέβα να σε φάμε! Αν είσαι πιο δυνατός από μας, δώσε μας ένα σημάδι!
Έστυβε το μυαλό του ο φουκαράς ο φτωχός να δει πώς θα γλιτώσει. Πώς κάνει έτσι με το χέρι, πιάνει τον τορβά του. Χώνει μέσα το χέρι κι ό,τι πιάνει το πετά έξω από το παράθυρο.
Ήταν η ουρά που γαιδάρου, που πήγε κι έπεσε στην μέση της αυλής, εκεί που στέκουνταν οι δράκοι.
- Τί είναι αυτό; ρωτάει ο αρχηγός τους.
Ο φτωχός κρύβεται όσο μπορεί να μην τον δουνε, αλλάζει και τη φωνή του, την κάνει πιο χοντρή, και λέει:
-Τρίχα από τα φρύδια μου!
Κοιτάν οι δράκοι, "Βάι! Βάι! Βάι!" λένε συναμετάξυ τους "Για νάχουν τέτοιες τρίχες τα φρύφια του φαντάσου πόσο μεγάλα φρύδια έχει! Πάμε να φύγουμε!" "Σταθείτε!" φωνάζει ο αρχηγός  και ξαναφωνάζει προς τον πύργο.
-Δώσε μας άλλο ένα σημάδι!
Βάζει το χέρι στον τορβά ο ανθρωπάκος, πιάνει την χελώνα την πετάει κάτω απ' το παράθυρο. Σαν έπεσε στην αυλή χελώνα, άρχισε να περπατάει.
-Τί ειναι αυτό; ρώτησαν τότε οι δράκοι που δεν είχαν ξαναδεί χελώνα.
-Ψείρα απ' το μουστάκι μου! απαντάει εκείνος.
"Βάι! Βαι! Βάι!" έκανα οι δράκοι. "Για νά 'χει τόσο μεγάλες ψείρες στο μουστάκι, φαντάσου τί μεγάλο στόμα θαχει! Πάμε να φύγουμε!" "Σταθείτε!" ξαναφώναξε ο αρχηγός και ζήτησε και τρίτο σημάδι για να βεβαιωθεί.
Βάζει το χέρι στον τορβά είχε απομείνει μοναχά το νταούλι. Το πετάει με δύναμη κάτω ο φτωχός αδερφός, μπάμ! σκάει το νταούλι με κρότο! Σκιάχτηκαν οι δράκοι.
-Τί είναι αυτό; ρώτησαν πάλι.
-Ο πόρδος μου! απάντησε εκείνος.
"Βάι! Βάι! Βάι!" ξανάκαναν οι δράκοι. "Για να κάνει τέτοιον κρότο ο πόρδος του, φαντάσου τί κώλο  θάχει!"  Και τό'βαλαν στα πόδια, όπου φύγει φύγει. Βγαίνει τότε από την κρυψώνα του ο φτωχός αδερφός, γεμίζει το δισάκι του με φλουριά και μιά και δυο παίρνει το δρόμο για το σπίτι του.

Σαν τον είδε η γυνάικα του αναγάλιασε, γιατί καθόλου δεν της είχε αρέσει που είχε φύγει ο καλός της. Εκείνος της είπε τί συνέβει και της έδειξε το δισάκι του που ήταν γεμάτο φλουριά. Χάρηκε εκείνη που επιτέλους θα έβγαιναν από τη φτώχια. Μ' εκείνους τους παράδες, αγόρασαν χωράφια και ζώα, έχτισαν κι ένα ωραίο σπιτάκι και πρόκοψαν.

Τά'βλεπε αυτά ο πλούσιος αδερφός και ζήλευε. Μια μέρα, πιάνει φωνάζει τον αδερφό που στο σπίτι, τάχα για να πιουν έναν καφέ. Πώς την έφερε την κουβέντα από δω, πώς την πήγε από κει και τον έκανε να του τα πει όλα χαρτί και καλαμάρι: πώς ξεκίνησε να βρει την τύχη του, πώς βρήκε τον πύργο με τις κάμαρες γιομάτες φλουριά, πώς ήρθαν οι δράκοι, πως ξέφυγε με την ουρά του γαιδάρου, τη χελώνα και το νταούλι... "Μπράβο, αδερφέ!" είπε τάχα χαρούμενος ο πλούσιος. "Και λες να υπάρχει κι άλλο χρυσάφι στον πύργο;"
- Σίγουρα, απάντησε εκέινος. Αμά εγώ δεν θα πήγαινα στη θέση σου γιατί μπορεί να ξαναγύρισαν οι δράκοι...
Μετά από μερικές μέρες, πιάνει ο πλούσιος αδερφός, κόβει την ουρά του γαιδάρου του, που ήταν και μαδημένη, βρίσκει μιαν αχελώνα απ' την αυλή, πάει στο παζάρι αγοράζει κι ένα φτηνό νταούλι -γιατί ήτανε και τσιγγούνης τρομάρα του!- ζεύει δέκα μουλάρια και πάει να αδειάσει τον πύργο των δράκων από τους θησαυρούς.
Σαν έφτασε, αφήνει τα ζώα στην αυλή, μπαίνει μέσα κι αρχίζει να γεμίζει είκοσι τσουβάλια μ' ό,τι έβρισκε μπροστά του. Σαν ήρθαν οι δάκοι, είδαν τα μουλάρια στην αυλή, κατάλαβαν πως κάποιος ήτανε στον πύργο τους. "Αν είσαι άνθρωπος κατέβα να σε φάμε!" φώναξε ο αρχηγός τους. "Αν είσαι πιο δυνατός από μας, δώσε μας ένα σημάδι."
Πιάνει ο πλούσιος αδερφός ρίχνει την ουρά του γαϊδάρου.
- Τί είναι αυτό;
- Τρίχα από τα τα φρύδια μου! απαντάει εκείνος.
Όμως, αντί να κρυφτεί όπως είχε κάμει ο αδερφός του και ν' αλλάξει τη φωνή του, αυτός, περίεργος να δει τους δράκους, έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο. Τον είδαν οι δράκοι έβαλαν τα γέλια.
-Ρίξε μας ακόμα ένα σημάδι! του φώναξαν.
Πιάνει εκείνος, ρίχνει τη χελώνα.
-Τί είναι αυτό; ρωτάν οι δράκοι.
-Ψείρα απ'το μουστάκι μου! απαντάει ο πλούσιος.
Κατουρήθηκαν απ' τα γέλια οι δράκοι, που τον έβλεπαν στο παράθυρο.
-Ρίξε μας ακόμα ένα σημάδι! ξαναφώναξε ο αρχηγός τους που το διασκέδαζε πια.
Ρίχνει κάτω το νταούλι ο αδερφός που δεν ήταν καλοκαμωμένο κι εκείνο σαν έπεσε στην αυλή έκανε μοναχά ένα τσιιιιιφ και ξεφούσκωσε. Γελάν οι δράκοι, ορμάν μέσα, τον τρώνε.

Έτσι χάθηκε ο κακός πλούσιος αδερφός και ο καλός αδερφός πήρε την χήρα και τα ορφανά στο σπίτι κι έζησαν όλοι μαζί και κανείς δεν ήταν πλεονέκτης.

Κι οι δράκοι έμειναν στον πύργο τους να ζουν και να βασιλεύουν και πώς τους έβγαλε από τη μέση ο Γιάννης ο τσομπάνος, που ήταν μια πιθαμή μπόι κι είχε εφτά πιθαμές γένια, αυτό είναι άλλο παραμύθι...

2 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ, Ευαγγελία! Όλα τα παραμύθια που αναρτώ εδώ είναι αυτά που έχω ακούσει από τη γιαγιά μου. Μ' αυτά μεγάλωσα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή