Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Πώς ο Γιάννης ο γιος του ψαρά έγινε πλούσιος και βασιλιάς - 2

Πού είχαμε μείνει; Α, ναι: εκεί που ο Γιάννης, ο γιος του ψαρά, και ο Κώστας το τσομπανόπουλο έγιναν αδέρφια.

Ξημέρωσε, που λέτε, ο Θεός τη μέρα και τα δυο παιδιά πήραν δρόμο και δρομάκι. Περπάταγαν, περπάταγαν...  Βγήκαν κάποτε απ΄το δάσος και πήραν τη δημοσιά. Μόλις που χάραζε η τρίτη μέρα είδαν από μακριά μια πολιτεία. Και μια και δυο άνοιξαν το βήμα και τράβηξαν προς τα κει.

Φτάσαν στην μεγάλη πολιτεία. Ερημιά. Ψυχή στους δρόμους. Όλοι κοιμόταν ακόμα στα ζεστά κρεβάτια τους. Καθώς περπατούσαν τα παιδιά και θαύμαζαν τα κτίρια και τους δρόμους, βλέπουν μπροστά τους ένα καφενέ. Κοιτάζονται για μια στιγμή. Τα είχε κόψει η πείνα. Είχε τελειώσει και το ψωμοτύρι που είχε μαζί του ο Κώστας... "Τί λες, ζητάμε λίγο φαΐ;" "Και δεν ζητάμε!" Και κάνουν αν χτυπήσουν την πόρτα. Η πόρτα όμως ήταν ανοιχτή. Κάνουν ένα βήμα μέσα, τί να δουν: σκονισμένος ο καφενές, βρώμικος...  σα παρατημένο το μαγαζί έμοιαζε από καιρό. Προχωράν λίγο πιο μέσα. "Είναι κανείς εδώ;" φωνάζει ο Κώστας. "Ε, είναι κανείς εδώ;" φωνάζει ο Γιάννης. Ένας αναστεναγμός ακούγεται από το βάθος πίσω απ' τον μπουφέ. Τρέχουν τα παιδιά εκεί αμέσως, τί να δουν: ένας γέρος, κουρελής, αξύριστος, άρρωστος ξάπλωνε σε μια τριμμένη κουρελού. "Είσαι καλά, παππού;" ρωτάνε τον γέρο. "Όχι, παιδιά μου..." τους λέει με δυσκολία. "Είμαι άρρωστος πολύ καιρό τώρα και το μαγαζί πάει κατά διαόλου..." "Μην ανησυχείς, παππού" λέει ο Γιάννης. "Εμείς θα φροντίσουμε και για σένα και για το μαγαζί!" Και αμ' έπος αμ' έργον: ανασκουμπώνονται τ' αγόρια πιάνουν σκούπες και φαράσια και σε λίγο το παλιό καφενείο έλαμπε από πάστρα. Είχε ξυπνήσει η πολιτεία κι ο κόσμος κυκλοφορούσε και πήγαινε για το μεροκάματο. Ψάχνουν τα παιδιά στο μπουφέ, βρίσκουν λίγο καφέ, λίγη ζάχαρη, λίγο τσάι, ένα κουτάκι με σαλέπι στα τελειώματα, μισό μπουκάλι ούζο. "Φτάνουν αυτά για τώρα" σκέφτονται. Ανοίγουν την πόρτα και περιμένουν τον πρώτο πελάτη. Ένας γείτονας που πήγαινε στην δουλειά πρωί-πρωί, καθώς περνούσε έξω από τον καφενέ παραξενεύτηκε που 'δε την πόρτα ανοιχτή μετά από τόσο καιρό. Κοιτάει μέσα, το καλοδέχονται τα παιδιά. "Δεν κάθομαι να πιω ένα καφέ πριν τη δουλειά;" σκέφτεται ο γείτονας. Παραγγέλνει τον καφέ του και του τονε ψήνει ο Κώστας και ήταν ο καλύτερος καφές που είχε δοκιμάσει.

Καθώς καθόταν και απολάμβανε το καφεδάκι του ο γείτονας, νάσου κι ένας ακόμα περαστικός κοντοστέκεται και χωρίς πολύ σκέψη μπαίνει μέσα. Κάθεται και παραγγέλνει ένα σαλέπι. Το φτιάχνει ο Κώστα, του το πάει Γιάννης, ζεστό, βάλσαμο! Το καταφχαριστήθηκε. Σε λίγο κι άλλος πελάτης, κι άλλος... Πριν το μεσημέρι φωνάζει ο Κώστα τον Γιάννη και του λέει "Πάρε τα λεφτά που βγάλαμε, πήγαινε βρες τον καλύτερο γιατρό για τον παππού και στείλ' τον εδώ. Μετά πάνε στην αγορά και πάρε ό,τι χρειαζόμαστε απ' τα καλύτερα." Παίρνει τα λεφτά ο Γιάννης και τρέχει.

Μέχρι να βασιλέψει η μέρα όλη η πολιτεία είχε μάθει ότι δυο παιδιά είχαν ξανανοίξει το καφενείο του γερό-Σταύρου. Κι ο γιατρός είχε δει τον γερο-Σταύρο και είπε πως θα γινόταν γρήγορα καλά. Πραγματικά, σε λίγο καιρό ο γερο-Σταύρος είχε ξανανιώσει και με τα δυο παιδιά να τον φροντίζουν κι εκείνον και το μαγαζί, έζησε αρκετά χρόνια για να δει τον Γιάννη και τον Κώστα να γίνονται άντρες άξιοι και δουλευτάρηδες. Τα δυο παιδιά έκαναν μεγάλες δουλειές, άνοιξαν κι άλλα μαγαζιά κι έβγαλαν λεφτά με ουρά. Κι όλοι στην πολιτεία τους αγαπούσαν γιατί ήταν καλοί με όλους και βοηθούσαν όσους είχαν ανάγκη.

Σ' εκείνη την μακρινή πολιτεία, τώρα, ζούσε ένα βασιλιάς που είχε μια μονάκριβη κόρη. Κι ήταν όμορφη! Σαν τα κρύα τα νερά! Αλλά κακιά και μαυρόψυχη. Και σαν ήρθε η ώρα της να παντρευτεί, πεισμάνεψε και δεν έπαιρνε κανέναν για άντρα της. "Βρε καλή μου, βρε χρυσή μου..." την έπαιρνε με το καλό ο πατέρας της. Μα αυτή δε άκουγε τίποτα. Ένα πρωί που ο πατέρας της, ο βασιλιάς, της έλεγε πως πρέπει να παντρευτεί για να έχει ένα απόγονο κι έναν βασιλιά η χώρα εκείνη έβαλε  όρο πως θα παντρευτεί αυτόν που θα την έκανε να μιλήσει και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Κι από τότε δεν ξαναμίλησε σε κανένανε. Ερχόταν βασιλόπουλα και αρχοντόπουλα από μέρη μακρινά και κοντινά και τη ζητούσαν για γυναίκα τους. Κι όσοι δοκίμαζαν να την κάνουν να μιλήσει δεν τα κατάφερναν κι έχανα το κεφάλι τους. Γιατί τόση ήταν η κακία της που είχε προστάξει όποιος δεν τα κατάφερνε, να του παίρνουν το κεφάλι για να χτίσει η λάμια ένα πύργο. Και περνούσε ο καιρός και ο πύργος ψήλωνε και ένα κεφάλι έλειπε για να ολοκληρωθεί.

Εκείνη την εποχή ήταν που πιάνει ο Κώστας μια μέρα τον Γιάννη και του λέει: "Αδερφέ μου, έχω κάτι να σου πω και δεν ξέρω πως θα το πάρεις..." "Πες το μου", του λέει ο Γιάννης "γιατί από σένα και άσχημο να είναι το νέο, καλό θα βγει στο τέλος." Κάθονται, λοιπόν, μ' ένα ούζο και μεζέ και ο Κώστας αρχίζει "Γιάννη, αδερφέ μου, πολλά χρόνια είμαστε μαζί, μαζί μεγαλώσαμε και γίναμε άντρες και προκόψαμε. Ώρα είναι να βρούμε από μια γυναίκα και να κάνουμε οικογένεια, μη μείνουμε μαγκούφηδες σαν τον παππού-Στραύρο..." "Σωστά τα λες, αδερφέ" συμφώνησε ο Γιάννης. "Αφού σωστά τα λέω, τότε να σου πω κι αυτό: την βρήκα την γυναίκα που θα παντρευτώ!" Χαρές ο Γιάννης με το νέο του Κώστα! Δώστου να γεμίζει τα ποτήρια και να τον αγκαλιάζει. "Και ποιά με το καλό είναι η τυχερή;" τον ρωτάει στο τέλος. "Η Βασιλοπούλα!" απαντάει ο Κώστας. Κόκαλο ο Γιάννης.

Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου