Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Ο Σταχτογάτης - 2

Και καβαλάν τ' αλόγατα τα τρία αρχοντόπουλα και ακολουθούν τα χνάρια του δράκου. Πάνε, πάνε, στο τέλος φτάνουν μπροστά σ' ένα πηγάδι. Εκεί τα χνάρια απ' το αίμα σταματούσαν. Ξεπεζεύει ο Σταχτογάτης, κοιτάει από δω, κοιτάει από κει: "Αδέρφια" λέει "τα χνάρια από το αίμα του δράκου σταματάνε εδώ. Μέσα σ' αυτό το πηγάδι πρέπει να' ναι το λημέρι του δράκου. να κατεβούμε να τον σκοτώσουμε!"
"Εγώ θα κατέβω!" λέει ο πρώτος αδερφός. "Θα δέσω αυτό το σκοινί στη μέση μου. Άμα το τραβήξω μια φορά, πάει να πει 'όλα καλά'. Άμα το τραβήξω δυο φορές, πάει να πει 'τραβήξτε με πάνω'." Και πιάνει δένει το σκοινί γύρω από τη μέση του κι αρχίζουν να τον κατεβάζουν. Ούτε στα μισά δεν πρόλαβαν να τονε κατεβάσουν, πίσσα σκοτάδι! Φοβήθηκε, τραβάει δυο φορές το σκοινί. Το τραβάν επάνω. "Τί έγινε αδερφέ;" τονε  ρωτάνε. "Άπατο είναι το πηγάδι! Πάμε να φύγουμε!" απαντά.
"Σιγά, αδερφέ!" λέει ο δεύτερος. "Πώς κάνεις έτσι; Θα κατέβω εγώ!" Πιάνει, δένει αυτός το σκοινί στη μέση του. Αρχίζουν να τονε κατεβάζουν. Λίγο πιο κάτω από τα μισά, σκοτάδι πίσσα! Φοβήθηκε, τραβάει δυο φορές το σκοινί. Τον ανεβάζουν κι αυτόν πάνω.
"Τί έγινε, αδερφέ;" τον ρωτάνε.
"Δίκιο είχες, αδερφέ" λέει αυτός. "Άπατο είναι το πηγάδι. Ο δράκος σίγουρα έπεσε μέσα κι ακό μα πέφτει! Πάμε να γυρίσουμε πίσω!"
"Θα δοκιμάσω κι εγώ!" λέει τότε ο Σταχτογάτης. Πιάνει κι αυτός, δένει το σκοινί στη μέση του κι αρχίζει να κατεβαίνει. Στο ένα χέρι το τοπούζι, με το άλλο ψηλαφούσε το τοίχο του πηγαδιού. Μούσκλια και υγρασία. Κι όσο κατέβαινε, τόσο πιο σκοτεινά γινότανε. Και στο τέλος δεν έβλεπε τίποτα, μα δώστε και κατέβαινε. Ξαφνικά, εκεί που έπιανε πέτρα υγρή και κρύα, τί να δει: ένα άνοιγμα, σα μια πόρτα. "Εεεεε!" φωνάζει στ' αδέρφια του, με την ελπίδα πως τον άκουγαν. "Βρήκα ένα άνοιγμα!" και δίνει μια και χώνεται μέσα.

Περίμενε λίγο να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι. Κοιτάει γύρω τοίχος στα δεξά, τοίχος στα ζερβά. Κάνει ένα βήμα μπροστά. Ένας διάδρομος. Και στο βάθος έφεγγε ένα φως. Και μια και δυο τραβάει προς τα κει. Καθώς προχωρούσε, βρίσκει μια πόρτα. Την ανοίγει, τί να δει: μια κάμαρη βασιλική και μια κοπέλα όμορφη σαν τα κρύα τα νερά καθόταν κοντά στο τζάκι κι έκλαιγε. Πάει κοντά "Ποία είσαι συ;" την ρωτάει. "Φύγε! Φύγε!" του λέει αυτή. "Άμα ξυπνήσει ο δράκος και σε βρει εδώ, θα μας φάει και τους δυο!" Και τον διώχνει από την κάμαρη. Φεύγει ο Σταχτογάτης, προχωράει, προχωράει, βρίσκει μια άλλη πόρτα. Την ανοίγει, τί να δει: μια δεύτερη κάμαρη ίδια κι απαράλλαχτη με την πρώτη. Κι εδώ πλάι στο τζάκι καθόταν μια κοπέλα δυο φορές όμορφη απ' την πρώτη κι έκλαιγε. Πάει κοντά, την ρωτάει: "Ποιά είσαι συ;" "Φύγε! Φύγε!" τον διώχνει αυτή. "Αν ξυπνήσει ο δράκος και σε βρει εδώ, θα μας φάει και τους δυο!" Τί να κάνει ο Σταχτογάτης, φεύγει. Πιο κάτω, βρίσκει μια τρίτη πόρτα. Μια τρίτη κάμαρη. Κι εδώ μια κοπέλα όμορφη! Πεντάμορφη! Κι αυτή πλάι στο τζάκι καθισμένη. Μα δεν έκλαιγε. Μόνο είχε ένα ταψάκι στα γόνατά της και μέσα δυο κοτοπουλάκια και τους μιλούσε και τους έλεγε τον πόνο της. Πλησιάζει ο Σταχτογάτης, "Ποιά είσαι εσύ;" τη ρωτάει.
"Είμαι βασιλοπούλα" απαντάει αυτή θαρρετά. "Ο δράκος μ' έκλεψε απ΄το παλάτι μαζί με τις αδερφάδες μου και μας έφερε εδώ. Και μας ταΐζει ένα σπυρί ρόδι χρυσό κάθε μέρα για να ξεχνάμε τον πάνω κόσμο, αλλά εγώ δεν το τρώω και θυμάμαι τον πάνω κόσμο και το το παλάτι και τους γονιούς μου. Εσύ ποιός είσαι;"
"Είμαι ο Σταχτογάτης", αποκρίνεται εκείνος "κι ήρθα να σκοτώσω τον δράκο, γιατί κλέβει τα χρυσά ρόδια απ' το περβόλι μας!"
"Θα με πάρεις μαζί σου στον πάνω κόσμο;"
"Θα σε πάρω. Μόνο πες μου πού θα βρω τον δράκο."
"Στο τέλος του διαδρόμου είναι μια πορτούλα. Εκεί είναι η κάμαρη του δράκου. Πρόσεχε μόνο: άμα έχει τα μάτια κλειστά, μη γελαστείς: είναι ξυπνητός! Άμα τά 'χει ανοιχτά, προχώρα ήσυχος: κοιμάται!"
"Μη φοβάσαι. Θα γυρίσω να σε πάρω στον πάνω κόσμο κι εσένα και τις αδερφάδες σου!" λέει ο Σταχτογάτης και φεύγει.

Προχωράει... προχωράει... Βρίσκει την πορτούλα, την ανοίγει σιγά-σιγά, μπαίνει μέσα στην κάμαρη του δράκου. Κοιτάζει, βλέπει τον δράκο ξαπλωμένο στο κρεβάτι να βογγάει. Πάει πιο κοντά, είχε τα μάτια ορθάνοιχτα που πα να πει πως κοιμότανε. Στο χέρι του κρατούσε ακόμα το χρυσό ρόδι.  Σηκώνει το τοπούζι, του δίνει μια, τον αποτελειώνει. Αρπάζει το ρόδι από την χερούκλα του, πάει πίσω, ανοίγει όλες τις κάμαρες κι ελευθερώνει τις τρεις βασιλοπούλες. Πάνε όλοι μαζί στο πηγάδι, στην άκρη, από κει πού' χε κατέβει κι εκείνος μα σκοινί πουθενά. "Εεεεε!" φωνάζει ο Σταχτογάτης στ'  αδέρφια του "Τον σκότωσα τον δράκο! Και πήρα το ρόδι το χρυσό για τον κύρη μας! Και τρεις βασιλοπούλες για νύφες δικές μας! Ρίξτε κάτω το σκοινί να τις ανεβάσουμε πάνω!" Σαν τ' άκουσαν τ' αδέρφια του κοιτάχτηκαν. Συνεννοήθηκαν με τα μάτια και λέξη δεν είπαν. Ρίχνουν κάτω το σκοινί, δένει την πρώτη βασιλοπούλα ο Σταχτογάτης, τραβάει το σκοινί δυο φορές. Την ανεβάζουν πάνω τ' αδέρφια του. Ρίχνουν κάτω το σκοινί, δένει ο Σταχτογάτης την δεύτερη, τραβάει δυο φορές το σκοινί, την τραβάνε κι αυτήν επάνω. Σαν πήγε να δέσει την τρίτη, την μικρότερη, εκείνη δεν ήθελε. "Όχι, εσύ ν'ανέβεις πρώτος", επέμενε " και μετά με βγάζεις κι εμένα πάνω!" Αμά ο Σταχτογάτης δεν άκουγε κουβέντα: "Όχι! Εσύ θ' ανέβεις πρώτη και μετά εγώ!" Την πιάνει, την δένει απ' τη μέση. Της δίνει το μήλο το χρυσό να το ανεβάσει πάνω. Η βασιλοπούλα τότε του δίνει τα κοτοπουλάκια που τά'χε στον κόρφο της να τα πάρει μαζί της. "Πάρ' τα!" του λέει. "Και μου τα δίνεις σαΣταχτογάτης, τα βάζει στον κόρφο του, κούρνιασαν εκείνα. Τραβάει το σκοινί, ανεβάζουν την βασιλοπούλα πάνω τ' αδέρφια. Πετάν κάτω το σκοινί για τον Σταχτογάτη, το δένει εκείνος γύρω από τη μέση του, αρχίζουν να τον τραβάν επάνω. Σαν κόντευε να φτάσει πάνω, κι έβλεπε πια τ' αδέρφια του και τις βασιλοπούλες, όλους σκυμμένους πάνω απ' το πηγάδι, αναθάρρεψε.  "Κοντεύω να βγω" σκέφτηκε. Και τότες, βγάζει το σπαθί ο μεγάλος αδερφός και κόβει το σκοινί! Πέφτει ο Σταχτογάτης μέσα στο πηγάδι! Αρχίνεψε να φωνάζει η τρίτη βασιλοπούλα, σα νά 'ξερε τί θα συνέβαινε από πριν, αλλά της βάλαν το μαχαίρι στο λαιμό: "Το νου σου, κακομοίρα μου! 'Ετσι και πεις λέξη στον άρχοντα, θα σε πετάξουμε κι εσένα στο πηγάδι!" Τί να κάνει εκείνη λούφαξε.

Σα γύρισαν στο αρχοντικό,τους ρώτησε ο πατέρας τους τί έγινε και πού' ναι ο Σταχτογάτης. Είπαν τότες πως ακολούθησαν τα χνάρια από το αίμα του δράκου και φτάσαν στο πηγάδι. Κι εκεί πως τάχα κι οι τρεις του κατεβήκαν να βρουν το ρόδι το χρυσό και να το πάρουν πίσω και πως τάχα ο δράκος σκότωσε τον Σταχτογάτη κι αυτοί σκότωσαν το δράκο και σώσαν τις βασιλοπούλες. Τά 'βαψαν μαύρα  άρχοντας κι αρχόντισσα κι είπαν να κρατήσουν κοντά τους τις βασιλοπούλες μέχρι να στείλουν μήνυμα στο βασιλιά. Δέχτηκαν εκείνες.

Το πηγάδι πού 'χε το λημέρι του ο δράκος ήταν μαγικό. Στο πηγάδι εκείνο μέσα πέταγαν δυο πρόβατο: ένα μαύρο κι ένα άσπρο. Το μάυρο σε πήγαινε στον κάτω κόσμο, το άσπρο σε πήγαινε στον πάνω κόσμο. Σαν κόψαν τ' αδέρφια του το σκοινί, άρχισε να πέφτει ο Σταχτογάτης και όσο έπεφτε σκεφτόταν σε τί πάτο θα τσακίζουνταν, αν είχε νερό το πηγάδι ή ήταν πέτρα ξερό. Κι εκεί που έπεφτε και συλλογιόταν τέτοια, πλαφ! Προσγειώνεται στη ράχη του ενός πρόβατου. Μόνο που για κακή του τύχη ήταν το μαύρο πρόβατο κι αμέσως άρχισε να πετάει πιο κάτω και πιο κάτω και στο τέλος πάτησε μαλακά σ' ένα λιβάδι όλο χόρτο παχιό, στον κάτω κόσμο.

Κατεβαίνει ο Σταχτογάτης απ' το πρόβατο. "Αφού δεν τσακίστηκα, θα βρω τρόπο να γυρίσω στον πάνω κόσμο" λέει μοναχός του. Κοιτάει γύρω, βρισκότανε σ' ένα βοσκοτόπι, καταπράσινο! Κι ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει στον κάτω κόσμο -μόνο που εκεί ο ήλιος έβγαινε απ' τη δύση...

Βάζει το τοπούζι στον ώμο και παίρνει δρόμο προς τα κει που πήγαινε κι ήλιος.

Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου